ἐπιλήθω

ἐπιλήθω
ἐπιλήθω: see ἐπιλανθάνω.

A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • επιλήθω — ἐπιλήθω (μέσ. ἐπιλήθομαι και ἐπιλανθάνομαι) (AM) αρχ. 1. προκαλώ λήθη («ὁ γὰρ [ὕπνος] τ’ ἐπέλησεν ἁπάντων ἐσολῶν ἡδὲ κακῶν» ο ύπνος μ’ έκανε να τά ξεχάσω όλα, και τα καλά και τα κακά, Ομ. Οδ.) 2. λησμονώ («νήπιος ὃς τῶν οἰκτρῶς οἰχομένων γονέων… …   Dictionary of Greek

  • επίληθος — ἐπίληθος, ον (Α) [επιλήθω] αυτός που φέρνει τη λήθη («νηπενθές τ’ ἄχολόν τε, κακῶν ἐπίληθον», Ομ. Οδ.) …   Dictionary of Greek

  • επίλησις — ἐπίλησις και δωρ. τ. ἐπίλασις, ἡ (Α) [επιλήθω] λήθη, λησμονιά …   Dictionary of Greek

  • επιλανθάνω — βλ. επιλήθω …   Dictionary of Greek

  • ՄՈՌԱՑՈՒՑԱՆԵՄ — (ցուցի.) NBH 2 0297 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical ն. ἑπιλήθω, ἑπιλανθάνω oblivisci facio, oblivionem affero. Տալ մոռանալ. մոռցընել. ... *Մոռացոյց ինձ աստուած զամենայն զվիշտս. Ծն. ՟Խ՟Ա. 51: *Մոռացուսցէ նոցա զսովորութիւն.… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”